Λκ 6, 31-36

Αγάπη στούς ἐχθρούς

6,31. Καὶ καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑ­μεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως.

Μετά ἀπό τά ἁπλά παραδείγματα ἔμπρακτης ἀγάπης ὁ λό­γος προχωρεῖ σέ ἕνα πρακτικό συμπέρασμα, πού εἰσάγεται μέ τό συμπερασματικό καὶ. Εἶναι σάν νά λέει: Συμπερασματικά, μέ λί­γες λέξεις, νά ἀντιμετωπίζετε τούς ἄλλους, ὅπως θά θέλατε νά σᾶς ἀντιμετωπίζουν ἐκεῖνοι (πρβλ. Μθ 7,12).

Τό ἀ­ναγινωσκόμενο βι­βλίο Τωβίτ παραγγέλλει· «ὃ μι­σεῖς, μη­δε­νὶ ποιή­σῃς» (4,15). Ἀργότερα ὁ Ἰσοκράτης, ὁ Φί­λω­ν, οἱ στωικοί φιλόσοφοι, ἀλλά καί οἱ βουδιστές διδάσκουν «ὅ σύ μισεῖς ἑ­τέρῳ μή ποιήσῃς». Αὐτή ἡ ἀρνητική διατύπωση (τί δέν πρέπει νά κάνεις) δέν μπορεῖ νά ἐξασφαλίσει τήν ἁρμονική κοινωνική ζωή. Πρῶτος καί μόνος ὁ Ἰησοῦς Χριστός διατυπώνει θετικά τήν ἐν­τολή. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας παρατηρεῖ ὅτι ὁ καρδιογνώστης Χριστός ὁρίζει ὡς κριτήριο τοῦ τί πρέπει νά κάνουμε πρός τούς ἄλλους τόν νόμο τῆς δικῆς μας φι­λαυτίας13. «Καί δέν ζήτησε ὁ Κύριος», παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Χρυσό­στομος, «νά κάνεις στόν πλησίον σου ὅσα θά ἤθελες νά σοῦ κά­νει ὁ Θεός, γιά νά μήν πεῖς ὅτι σοῦ εἶναι ἀδύνατον, δι­ότι ἐ­κεῖνος εἶναι Θεός κι ἐσύ ἄνθρωπος. Σοῦ συνιστᾶ· ὅσα θά ἤθελες νά σοῦ κάνει ὁ σύνδουλός σου, αὐτά νά δείχνεις κι ἐσύ στόν πλησίον»14.

Ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ, κατά τόν Θεοφύλακτο, «νό­μον ἔμφυτον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν ἐγγεγραμμένον»15 καί συμ­πίπτει μέ τό «ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Λε 19,18· πρβλ. Μθ 19,19· Μρ 12,31· Λκ  10,27). Ὅπως βλέπεις τόν ἑ­αυτό σου, ὅσο τόν ἀγαπᾶς καί τόν περιποιεῖσαι, ἔτσι νά βλέπεις καί τόν ἄλλο, τόσο νά τόν ἀγαπᾶς καί νά τόν περιποιεῖσαι. Αὐτό τό παράγγελμα τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ τόν «χρυσό κανόνα» τῆς χριστιανικῆς συμπεριφορᾶς. Εἶναι βέβαια ἀσύγ­κριτα ἀνώτερο ἀπό τήν κοινή ἠθική. Ὡσ­τόσο, στήν βασιλεία τοῦ Χριστοῦ ἀ­ποτελεῖ τό ἄλφα, ἄν ὑποτεθεῖ ὅτι ὅλο τό ἀλ­φάβητο τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς ἀποτελεῖται ἀπό τρία γράμματα, τίς τρεῖς ἐντολές πού ἀναφέρονται ἐδῶ (στ. 31-36) . Ὁ «χρυσός κανόνας», δηλαδή, ὁ ὁποῖος βρίσκεται πολύ ψηλότερα ἀ­πό τήν ψη­λότερη βαθμίδα τῆς κλίμακας τῆς κοινῆς ἠθικῆς, ἀποτελεῖ τήν χαμηλότερη βαθμίδα στήν κλίμακα τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς. Ἡ κορυφή της, πού θέτει ὡς πρότυπο τόν διο τόν Θεό, προβάλλει στό τέλος τῆς περικοπῆς (στ. 36).

 

6,32-34. Καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χά­ρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀ­γαπῶσι. Καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χά­ρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. Καὶ ἐὰν δανείζητε παρ᾿ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χά­ρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁ­μαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ σα.

Ἡ δεύτερη ἐντολή εἶναι ὅτι ἡ ἀγάπη πρός τόν ἄλλο πρέπει νά εἶναι ὄχι μόνον ση, ἀλλά καί ἀνιδιοτελής, χωρίς νά περιμένει ἀμοιβή ἤ ἀνταπόκριση. Τό ἱερό κείμενο μᾶς τήν περιγράφει πρῶτα στερεοσκοπικά μέ τρία παραπλήσια παραδείγματα καί ἔ­πειτα τήν διατυπώνει ὡς ἐντολή (στ 35):

α) εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγα­πῶντας ὑμᾶς, ἐάν ἀρκεῖσθε σέ μία συναισθηματική ἀνταπόδοση τῆς ἀγάπης πρός αὐτούς πού σᾶς ἀγαποῦν·

β) ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑ­μᾶς, ἐάν κάνετε τό καλό μόνο σέ ἐκείνους πού μποροῦν νά σᾶς τό ἀνταπο­δώ­σουν. Ἐδῶ τήν ἀγάπη ἀντικαθιστᾶ ἡ ἀγαθοποιία, ἀπό τό συναίσθημα προχωρεῖ στήν ἔμπρακτη ἀπόδειξη.

γ) Ἐὰν δανείζητε παρ᾿ ὧν ἐλπίζετε ἀ­πολαβεῖν, ἐάν δανείζετε μέ τήν ἀπαίτηση νά πάρετε τόκο ἤ, ἀκόμη, νά σᾶς ἐπιστραφεῖ τό δάνειο. Στό τρίτο παράδειγμα ἀντί γιά τήν ἀγάπη ἤ τήν ἀγαθοποιία ἔχουμε τό δάνειο.

Καί στίς τρεῖς περιπτώσεις, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; ρωτᾶ ὁ Ἰη­σοῦς. Μέ τήν ρητορική αὐτή ἐρώτηση τονίζει ὅτι καμία ἀ­μοι­βή ἤ εὔνοια δέν μπορεῖ νά περιμένει ἀπό τόν Θεό ἐ­κεῖ­νος πού πε­ριορίζει τήν προσφορά τῆς ἀγάπης στό χαμηλό ἐπί­πε­δο τῆς συναλλα­γῆς. Στά μάτια τοῦ Θεοῦ δέν διαφέρει ἀπό τούς τε­λῶ­νες (βλ. Μθ 5,46-47), ἐνεργεῖ ὅπως καί οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ κατά κοινή ὁμολογία κα­κοί καί φαῦλοι ἄνθρωποι.

Ἀξίζει νά σημειώσουμε ὅτι στά δύο πρῶτα παραδείγματα, ἔ­τσι κι ἀλλοιῶς δέν περιμένει κανείς ἀνταπόδοση. Στό δάνειο ὅ­μως περιμένει, διότι ὁ διος ὁ δανειζόμενος ὑπόσχεται τήν ἀν­ταπόδοση. Κι ὅμως, ὁ πολίτης τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ οὔτε καί ἀπό ἐδῶ δέν πρέπει νά περιμένει τήν ἀν­ταπόδοση.

 

6,35. Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖ­τε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑ­μῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐ­στιν ἐπὶ τοὺς ἀχα­ρίστους καὶ πονηρούς.

Ὁ Ἰησοῦς συνοψίζει τά νοήματα τῶν παραδειγμάτων καί διατυπώνει τήν δεύτερη ἐντολή. Τήν εἰσάγει μάλιστα ἐμφατικά, μέ τόν ἰ­σχυ­ρό ἀντιθετι­κό σύνδεσμο πλὴν. Ζητᾶ ἀπό τούς πο­λῖτες τῆς βασιλείας του ἀνυστερόβουλη καί ἀνιδιοτελῆ ἀγά­πη. Τούς προτρέπει νά ἀγαποῦν τούς ἐχθρούς τους, νά κά­νουν τό καλό καί νά δανείζουν χωρίς νά ἐλπίζουν ὅτι θά κερδίσουν τόκο ἤ ὅτι θά λά­βουν πίσω ὅσα δάνεισαν. Τό παράγγελμα αὐτό ξεπερνάει τόν φυσικό νόμο τῆς ἀ­διά­φθορης ἀνθρωπίνης φύσεως. Ὁ ἄν­θρωπος πλάστηκε, βέ­βαια, γιά νά ἀ­γαπᾶ· αὐτή εἶναι ἡ φυσική του κατάσταση, σ’ αὐ­τήν ἀ­ναπαύεται. Τό ἀξίωμα αὐτό διακήρυξε καί ἡ σοφία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων μέ τό στόμα τῆς Ἀντιγόνης: «οὔτοι συνέ­χθειν, ἀλλὰ συμ­φιλεῖν ἔ­φυν»16 (=γεννήθηκα ὄ­χι γιά νά μισῶ ἀλλά γιά νά ἀγαπῶ). Ἡ ποιότητα ὅμως τῆς ἀ­γά­πης πού παραγγέλλει ὁ Κύ­ρι­ος εἶναι ἄλ­λου ἐπιπέδου, πο­λύ ὑ­ψηλοτέρου ἀπό ἐ­κεῖνο τῆς φυ­σικῆς ἀγάπης. Πηγάζει ἀπό τήν πίστη καί τρέφεται ἀπό αὐτήν. Ἡ χριστιανική ἠθική δέν νοεῖται χωρίς πίστη17.

Στόν πιστό τόν ὁποῖο ἡ πίστη ἐμπνέει καί κινεῖ σέ ἔργα ἀ­γά­πης ὁ Κύριος ὑ­πό­σχεται μισθό μεγάλο· καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πο­λύς, καὶ ἔ­σεσθε υἱοὶ ὑψίστου. Ἡ υἱοθεσία δίνεται στούς πι­στούς μέ τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος. Ἀπαιτεῖται ὅμως ἡ συν­έρ­γεια τοῦ βαπτιζομένου, ὥστε νά ἀποδειχθεῖ ἀντάξιος τοῦ προνομίου πού ἔλαβε.

Ὁ Θεός εἶναι χρηστός, δηλαδή ἐπιεικής, γεμάτος καλωσύνη, ἐπὶ τοὺς ἀ­χα­ρίστους καὶ πονηρούς, καί σ᾿ ἐκείνους πού στίς εὐ­ερ­γε­σίες καί στήν ἀγάπη του ἀνταποδίδουν ἀχαριστία καί κα­κό­τητα (πρβλ. Μθ 5,45). Ἄν ἀνάμεσα στούς εὐεργετημένους ἀπό τόν Θεό ἀχάριστους καί πονηρούς συμπεριλαμβάνει ὁ πιστός καί τόν ἑαυτό του (πρβλ. Ρω 5,10), πού ετε ἑκούσια ε­τε ἀκούσια ἁ­μαρτάνει, τότε βρίσκει τήν δύναμη νά εὐεργετεῖ ἀ­κόμη καί ἐκείνους πού τοῦ ἔ­καναν κακό (πρβλ. Ἐφ 4,32· Κλ 3,12-14).

 

6,36. Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰ­κτίρ­μων ἐστί.

Ὁ Κύριος συνοψίζει ἀκόμη περισσότερο τήν ἐντολή. Στήν πρώτη διατύπωση (στ. 31) εἶπε «τί πρέπει» νά γίνεται. Στήν δεύτερη (στ. 35) συνοψίζοντας, τό «πρέπει» ἐξ­ασθένησε. Τώρα τό «πρέπει» ἐξαφανίσθηκε. Ὁ Χριστός ἐπικαλεῖται τήν ἐπιθυμία κάθε ἀνθρώπου νά ἀποδείξει ὅτι εἶναι γνήσιο γέννημα τοῦ πα­τέρα του καί ὄχι νόθο κάποιου ἄλλου. Ἡ πιό ἰσχυρή καί ἀκαταμάχητη ἀπόδειξη ὅτι ἕνας ἄνθρωπος εἶναι γνήσιο παιδί τοῦ πα­τέρα του, εἶναι τά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου του. Ἄν στά χαρακτηριστικά αὐτά εἶναι ὁλόϊδιος ὁ πατέρας του, δέν χρειάζεται ἄλλη ἀπόδειξη γνησιότητος. Χαρακτηριστικό φυσικό τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅτι εἶναι οἰκτίρμων. Ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος εἶναι οἰ­κτίρ­μων, ὅπως ὁ Θεός, δέν χρειάζεται ἄλλη ἀπόδειξη ὅτι εἶναι πράγματι υἱός τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος τονίζει ὅτι ἡ ὁμοιότητά μας μέ τόν Θεό πατέρα σέ τίποτε ἄλλο δέν ἑ­στιάζεται παρά μό­νο στό «ἐλεεῖν καὶ οἰκτείρειν». Δέν εἶ­πε ὁ Κύριος ὅτι θά ε­μα­στε ὅμοιοι μέ τόν Θεό, ὅταν νηστεύουμε ἤ ἀσκοῦμε τήν παρθενία ἤ προσευ­χό­μαστε, διότι τίποτε ἀπό αὐτά δέν κάνει ὁ Θεός. Χαρακτηριστικό του εἶναι ἡ εὐ­σπλαγ­χνία καί μόνον αὐτή θά μᾶς ἐξομοιώσει μαζί του18.

Θά ἐμβαθύνουμε περισσότερο στό παράγγελμα αὐτό τοῦ Κυρίου, ὅταν τό συνδυάσουμε μέ δύο παρόμοιες προτροπές, πού διατυπώνονται ἤδη στήν Παλαιά Διαθήκη. Στό Λευϊτικόν ὁ Θεός παραγγέλλει· «καὶ ἁγιασθήσεσθε καὶ ἅγιοι ἔσεσθε, ὅτι ἅ­γιός εἰμι ἐγὼ Κύ­ριος ὁ Θεός ὑμῶν» (11,44· πρβλ. 20,7· Α΄ Πέ 1,16) καί στό Δευτερονόμιον· «τέλειος ἔσῃ ἐν­αντίον Κυρίου τοῦ Θε­οῦ σου» (18,13· πρβλ. Μθ 5,48). Ἡ τελειότητα τῆς ἐν Χριστῷ ζω­ῆς εἶναι καρπός τῆς ἁ­γι­ό­τητος καί τό πρῶτο βῆμα γιά τήν ἁγιότητα εἶναι ἡ οἰκτιρμοσύνη, ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη. Αὐτή, ὅπως ὑπο­γραμμίζει καί ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος, μᾶς καθιστᾶ μιμητές τοῦ Θεοῦ καί «τέκνα (του) ἀγαπη­τά», δηλαδή γνήσια (Ἐφ 5,1).