"Ὕμνος εὐγνωμοσύνης "

Τώρα πού ἡ Ἐκκλησία ὅλη θά ψάλει τή δόξα σου, θέλω κι ἐγώ νά σοῦ προσφέρω ὡς θυμίαμα εὔοσμο ὅ,τι βαθιά ἡ ψυχή μου νιώθει ἀντικρύζοντας τήν εἰκόνα σου, γλυκειά Μητέρα τοῦ Θεοῦ...
Κρατᾶς στήν ἀγκαλιά σου αὐτόν πού στή χούφτα του κρατᾶ τά σύμπαντα καί μέσα σ' αὐτά καί... τή μηδαμινή ὕπαρξή μου.
Ἔγινες ἡ κλίμακα, πού τήν περπάτησε ὁ Θεός. Σέ μιά ἄκρη της ἄς μέ κρατήσει νά σταθῶ κι ἐγώ ν' ἀκούσω τό περπάτημά του.
Εἶσαι ἡ κιβωτός, ἐπιχρυσωμένη ὄχι μέ χρυσάφι τῆς γῆς μά μέ τό Πνεῦμα τό ἅγιο. Ἱκέτευσε νά πληρώσει καί τή δική μου στεγνή ὕπαρξη μιά ἀκτίνα ἀπό τή χάρη του.
Πυρίμορφο ὄχημα τοῦ Λόγου, ζἠτησε νά τρέξει αὐτός, ὁ ἴδιος Θεός πού σκήνωσε στά σπλάγχνα σου, νά περπατήσει στά βάθη μου καί νά κάψει ὅ,τι ἄχρηστο βρεῖ.
Δοχεῖο χαρᾶς καί εἰρήνης, ἄς εἰρηνεύσει τόν σύμπαντα κόσμο ὁ Ἄρχων τῆς Εἰρήνης πού θρόνιασε στήν ἀγκαλιά σου.
Ἀσάλευτε πύργε τῆς Ἐκκλησίας, σκύψε καί ψιθύρισε στό Παιδί πού κρατᾶς μέ τόση στοργή στά χέρια σου νά περιθάλψει τή νύμφη του Ἐκκλησία, πού εἶναι γεμάτη τραύματα. Ὁ δικός σου ψίθυρος εἶναι κραυγή ἐνώπιόν του.
Ἡδύπνοο κρίνο, Χριστοῦ εὐωδία, σκεῦος πού μέσα σ' αὐτό χύθηκε ὅλο τό μύρο τῆς θεότητος, μήν ἀποστραφεῖς τή δέηση πού βγαίνει ἀπό χείλη ἁμαρτωλά γεμάτα δυσοσμία.
Ἐσύ πού εἶσαι ἡ χαρμονή τῶν ἀγγέλων καί εὐφραίνεσαι στούς οὐρανούς λουσμένη στό φῶς, στή ζωή, ἐσύ πού εἶσαι τό στολίδι καί ἡ δόξα τῶν πιστῶν, δέξου ὄχι τήν ἀδυναμία οὔτε τήν ἀθλιότητά μου, πού μέ βουτᾶ στήν ἄβυσσο, μά τήν ἐπιθυμία πού μέ ἀνυψώνει στούς οὐρανούς: Νά ψάλλω κι ἐγώ τόν ὕμνο τῶν ἀγγέλων ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Ἀρνίου.
Ἀμνάς, πού ἔφερες στόν κόσμο τόν Ἀμνό τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε σ' Αὐτόν, γιά μιά ἀκόμη φορά νά σκύψει καί νά ἀγκαλιάσει μέ τά ματωμένα του χέρια ψυχές τραυματισμένες, χτυπημένες, ματωμένες καί νά τίς θεραπεύσει. Νά σκύψει καί στήν Ἐκκλησία του νά τήν ποιμάνει. Καί τήν ὥρα πού θά τήν ὁδηγεῖ στά χλοερά λιβάδια τῆς χάριτος ἐκείνη νά προσφέρει τό «καινόν» ἆσμα της ὡς θυμίαμα εὐγνωμοσύνης στήν ἁγνή καί θεία σου ὕπαρξη: «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε»! «Χαῖρε, Κεχαριτωμένη Μαρία...»!

Φοίβη