῞Ενας ὁδοιπόρος εἶμαι, Κύριε, πού πορεύομαι μ᾿ ἁπλωμένα τά χέρια ἀντίκρυ στό φῶς σου, νά μαζέψω ρινίσματα, νά τά κλειδώσω στά ἔγκατα τοῦ «εἶναι» μου μή καί βάσκανο μάτι τά ἀντικρύσει, μή καί βέβηλο χέρι τά θωπεύσει καί χάσουν τή δύναμή τους κι ἀπομείνω ἄφεγγη στήν ἀντάρα. | | ῞Ενας ὁδοιπόρος εἶμαι, Κύριε, καί πορεύομαι στή σιωπή, ν᾿ ἀκούσω τούς ἤχους τῶν καταρρακτῶν σου, νά δροσίζουν τήν ἄγονη ἔρημό μου. ῞Ενας ὁδοιπόρος εἶμαι, Κύριε, πού ἀναζητῶ τά σκιρτήματα τῆς ἀσύνορης ἀγάπης, νά διαγράφουν τά μονοπάτια πού καθόρισες νά βαδίσω. Γ.Δ. |