Ποίημα

Πεντηκοστή

Ἰεροσόλυμα! 33 μ.Χ.
Ἐδῶ πού ἀντιλαλήσανε «ὠσαννά» καί «σταυρωθήτω»,
ἐδῶ πού ἀναμετρήθηκαν τό φῶς μέ τό σκοτάδι,
ἐδῶ κατέλυσε ὁ Χριστός τή δυναστεία τοῦ Ἅδη.
Μά πᾶνε δέκα μέρες
πού λείπει ἀπό τήν πόλη του
ὁ βασιλιάς τῆς δόξης.
Ἔφυγε κι ἄφησε πίσω του,
ἀντιλάλημα τῆς νίκης του
μιά δράκα μαθητές νά τόν προσμένουν.
Καραδοκούσανε μ᾿ ἐλπίδα στήν καρδιά
ν᾿ ἀκούσουν διθυράμβους καί παιάνες
νά δοῦν ξανά τό λατρευτό τους βασιλιά
τροπαιοφόρο κι αὐτοί μαζί νά προχωρᾶνε.
Καί νά! Στήν πόλη τήν ἱερή
πού σταύρωσε τοῦ κόσμου τό φῶς καί τή χαρά,
ἀντί γιά ἐπινίκια ὠδή
σαλπίζει ὁ οὐρανός στεντόρεια βοή.
Ἀχολογοῦν οἱ ροῦγες καί ἀπορεῖ ἡ καρδιά
γιά τή μεγάλη πού ἄναψε στό ὑπερῶο πυρκαγιά.
Ἔστειλε ὁ βασιλιάς καί προσκαλεῖ
μ᾿ οὐράνια φωτιά, μέ θεία φωνή,
τή γῆ πού τόν ἐσταύρωσε
σιμά του νά τή βάλει,
μ᾿ ἀμάραντο στεφάνι,
βασίλισσα τρανή.

Δ.Δ.