Σαράντα Μάρτυρες -Δ΄

Δ'
Η ΑΙΩΝΙΑ ΔΟΞΑ

1. Κοντά στή στρατευομένη ᾿Εκκλησία


    Οἱ ψυχές τῶν Σαράντα ἁγίων, ἐξαγνισμένες μέ τό μαρτυρικό θάνατο κι ἀστράφτοντας ἀπό τή λάμψη τῆς ἁγνότητας καί τοῦ μαρτυρίου, ἀνέβηκαν ὅλες μαζί στά χερουβικά ἅρματα. Μέ συνοδεία ἀγγελική ἔφθασαν στόν οὐρανό, γιά νά δοῦν ἐκεῖ τή γλυκύτατη καί ποθητή ὄψη τοῦ ᾿Ιησοῦ, νά στεφανωθοῦν καί νά ἐνθρονιστοῦν «ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου» τοῦ ἀπερίγραπτου ναοῦ τῆς θεότητας. Οἱ μάρτυρες, «οἱ καλῶς ἀθλήσαντες καί στεφανωθέντες», μπῆκαν στή δόξα τῆς θριαμβεύουσας ᾿Εκκλησίας!
    ῎Επρεπε ὅμως καί τά πολύαθλα καί μυριοβασανισμένα σώματά τους νά πάρουν τή θέση πού τούς ἄξιζε στή στρατευομένη ᾿Εκκλησία. Βέβαια, ὁ ᾿Αγρικόλας καί οἱ ὑπηρέτες του εἶχαν προσπαθήσει νά τά ἐξαφανίσουν. ᾿Αλλά ὁ Θεός εἶχε γι᾿ αὐτά ἄλλο σχέδιο. Τά φύλαξε, ὅπως προανέφερα, σάν πολύτιμα διαμάντια, γιά νά συνεχίσουν τό ὑψηλό ἔργο τους στήν ᾿Εκκλησία.
    ᾿Ενῶ, λοιπόν, οἱ χριστιανοί τῆς Σεβάστειας πονοῦσαν, διότι τά σώματα τῶν ἁγίων εἶχαν ὁλοκληρωτικά ἐξαφανιστεῖ καί δέν θά εἶχαν οἱ πιστοί αὐτόν τόν πολύτιμο θησαυρό, ὁ Θεός ἀπαντᾶ στόν πόνο καί τήν ἀγωνία τους. Τρεῖς μέρες μετά τή νομιζόμενη ὁλοκληρωτική ἐξαφάνιση, ἐμφανίστηκαν οἱ ἅγιοι στόν ἐπίσκοπο τῆς Σεβάστειας Πέτρο, πού ἐξαιτίας τοῦ διωγμοῦ ἦταν κάπου κρυμμένος, καί τοῦ εἶπαν· «῎Ελα στό ποτάμι τῆς πόλεως, ὅπου θά βρεῖς τά λείψανά μας καί σύναξέ τα».
    Τό χαρμόσυνο μήνυμα ἦλθε νά ὁλοκληρώσει τή νίκη τοῦ Χριστοῦ καί νά γεμίσει μέ χαρά ἀνεκλάλητη τήν ᾿Εκκλησία. ῾Ο ἐπίσκοπος μαζί μέ ἄλλους χριστιανούς ἔφθασαν στίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ, ὅπου εἶδαν λαμπρότατο φῶς σάν ἀστέρι. Κατάλαβαν ὅτι ἐκεῖ ἦταν τά ἅγια λείψανα. Τά συγκέντρωσαν μέ εὐλάβεια, προσευχές καί δάκρυα, τά τοποθέτησαν μέσα σέ θῆκες καθαρές καί πολύτιμες καί δόξασαν τόν Θεό γιά τόν νέο θησαυρό μέ τόν ὁποῖο προίκιζε τήν ᾿Εκκλησία του.
    Τά τίμια λείψανα τῶν μαρτύρων μοιράστηκαν σέ διάφορες κατά τόπους ἐκκλησίες. Οἱ χριστιανοί τά τοποθετοῦσαν μέ τιμή σέ κατάλληλα μέρη καί ἔκτιζαν πάνω σ᾿ αὐτά τά «μαρτύρια», δηλαδή ἱερούς ναούς πρός τιμήν τῶν μαρτύρων. Πλήθη πιστῶν συνέρρεαν ἀπό παντοῦ στά «μαρτύρια», γιά νά κάνουν ἐκεῖ λειτουργίες, ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες, παρακλήσεις, λιτανεύσεις κλπ. Σέ μία τέτοια πολυπληθέστατη σύναξη ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, τόσο ἐνθουσιάστηκε ἀπό τό πλῆθος τοῦ λαοῦ, τόν ὁποῖο μάλιστα ἐπαινεῖ γιά τό ζῆλο του, ὥστε δέν μπόρεσε νά ὁλοκληρώσει τό θέμα τῆς ὁμιλίας του καί τό συνέχισε στή σύναξη τῆς ἄλλης ἡμέρας.
    ῞Ενα μέρος τῶν λειψάνων διαφύλαξε ἡ οἰκογένεια τοῦ Μ. Βασιλείου, ἡ ὁποία, ὅπως προανέφερα, συνδεόταν συγγενικά μέ κάποιους ἀπό τούς Σαράντα.
    • Οἱ γονεῖς τοῦ Μ. Βασιλείου ἔκτισαν πρός τιμήν τῶν ἁγίων Σαράντα Μαρτύρων τόν πρῶτο ναό σέ κτῆμα τους στόν Πόντο, κοντά στόν ῏Ιρι ποταμό. Σ᾿ αὐτό τό ναό τάφηκαν καί οἱ ἴδιοι. Γράφει σχετικά ὁ ἀδελφός του ἅγιος Γρηγόριος· «Κάηκαν τά σώματα καί ἡ φωτιά τά δέχτηκε. Τή σκόνη ὅμως ἐκείνη καί τά λείψανα τῆς φωτιᾶς τά μοιράστηκε ὁ κόσμος καί ὅλη σχεδόν ἡ γῆ εὐλογεῖται ἀπ᾿ αὐτά τά ἁγιάσματα. ῎Εχω κι ἐγώ μερίδιο ἀπό τό δῶρο. Μάλιστα τά σώματα τῶν πατέρων μου τά τοποθέτησα μαζί μέ τά λείψανα τῶν στρατιωτῶν, γιά νά ἀναστηθοῦν στόν καιρό τῆς ᾿Αναστάσεως μέ βοηθούς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ».
    ᾿Αλλά καί ἄλλα μέλη τῆς οἰκογένειας εἶχαν «κόνιν» καί τεμάχια ἀπό τά ἱερά λείψανα καί ἔκτισαν ναούς ἤ ἱερές μονές πρός τιμήν τους.
    • ῎Ετσι ἡ ἀδελφή του Μακρίνα ἔκτισε στήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας γυναικεία μονή, τῆς ὁποίας, τή διεύθυνση ἀνέλαβε ἡ ἴδια.
    • ῾Ο ἀδελφός του Πέτρος, ὁ μετέπειτα ἐπίσκοπος Σεβαστείας, διάδοχος, ὅπως πιστεύεται, τοῦ ἱερομάρτυρα Βλασίου, ἵδρυσε ἀνδρική μονή, τῆς ὁποίας διετέλεσε ἡγούμενος. Κατά τά Αὴὦὰ ὣὰὃὴὦ῏ἶ῟ἣ, ὁ Πέτρος στή Σεβάστεια ἔδειξε ἰδιαίτερη μέριμνα καί φροντίδα γιά τά λείψανα τῶν ἁγίων.
    • ᾿Επίσης, δύο ἀνεψιές τοῦ Μ. Βασιλείου, πού διηύθυναν μονή στήν Καισάρεια, πῆραν ἀπό τόν θεῖο τους Βασίλειο τεμάχια τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν μαρτύρων.
    ὖ Στήν Κωνσταντινούπολη ὁ πρῶτος ναός πρός τιμήν τῶν ἁγίων Σαράντα Μαρτύρων κτίστηκε ἀπό τήν αὐτοκράτειρα Πουλχερία (μέσα 5ου αἰ.). ῾Ο ἱστορικός Σωζομενός περιγράφει ἀναλυτικά τά περιστατικά πού συνδέονται μέ τήν ἀνεύρεση τῶν λειψάνων τῶν ἁγίων καί τήν ἀνέγερση αὐτοῦ τοῦ ναοῦ. Τή διήγηση, τήν ὁποία παραθέτω σέ εἰδικό κεφάλαιο παρακάτω, ἐπαναλαμβάνει καί ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος (Βλ. ἐπίσης Πασχάλιον Χρονικόν, Ε.Π. Μἂὼὃὸ 92,813). Ναούς πρός τιμήν τῶν ἁγίων στήν Κωνσταντινούπολη ἔκτισαν ἐπίσης ὁ αὐτοκράτορας ᾿Αναστάσιος (491-518) καί ὁ Τιβέριος, πεθερός τοῦ αὐτοκράτορα Μαυρικίου (582-602).
    • Στήν ῎Εμεσα τῆς Συρίας ἐπίσης ὑπῆρχε ναός τῶν ἁγίων καί στήν Παλαιστίνη ὁμώνυμή τους μονή, τήν ὁποία ἵδρυσε ἡ ἁγία Μελάνη ἡ νέα μετά τό 431.
Μέ τό ὄνομα τῶν Σαράντα Μαρτύρων τιμοῦνται σήμερα στόν ἑλλαδικό χῶρο·
    • ῾Η ἱερά μονή Ξηροποτάμου, στό ῞Αγιο ῎Ορος (10ος αἰ.).
    • μία μονή, πού κτίστηκε ἐπί τῶν αὐτοκρατόρων ᾿Ανδρονίκου καί Εἰρήνης Παλαιολόγου (ἀρχές 14ου αἰ) κοντά στή Σπάρτη.
    •  Πάνω ἀπό δέκα ναοί.
    •     Στή σημερινή ᾿Αλβανία σώζονται τά ἐρείπια μονῆς τῶν ῾Αγίων Σαράντα κοντά στήν ὁμώνυμη πόλη τῆς Β. ᾿Ηπείρου (12ος αἰ.). Κάτω ἀπό τό ναό αὐτῆς τῆς μονῆς ὑπάρχουν κατακόμβες [βλ. Εὐ. Δημητρίου, ῾Ο ναός καί αἱ κατακόμβαι τῶν ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, περιοδ. «῾Ιερός Σύνδεσμος» 9(1913) 198,8-10].
    •  Στή Δύση μετέφερε λείψανα ἀπό τήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καί ἔκτισε ναό τῶν ἁγίων Μαρτύρων ὁ Γαυδέντιος, ἐπίσκοπος Βρεσκίας (420-427), καί ἀπό τήν Παλαιστίνη ἡ ἁγία Μελάνη ἡ νέα. Μ᾿ αὐτά κτίστηκαν δύο ναοί πρός τιμήν τῶν Σαράντα Μαρτύρων στή Ρώμη (Βλ. πρωτοπρεσβ. ᾿Ιω. Ράμφου· ῾Αγιολογικά Μελετήματα Β´, σελ. 38-40).
    ῾Η θέληση τῶν ἁγίων μαρτύρων, ὅπως τή διατυπώνουν στή Διαθήκη πού προανέφερα, ἦταν νά μή διαχωριστοῦν τά λείψανά τους, ἀλλά νά ταφοῦν ὅλα μαζί. ᾿Εξάλλου καί ἐκ τῶν πραγμάτων ἦταν ἀδύνατο νά γίνει ἕνας τέτοιος διαχωρισμός. ῎Ετσι οἱ Σαράντα Μάρτυρες μένουν ἑνωμένοι στή συνείδηση καί στήν πράξη τῆς ᾿Εκκλησίας, ὅπως ἑνωμένοι πάλαιψαν στή ζωή καί στό μαρτύριό τους. ῎Οχι μόνο ναοί καί μονές κτίζονται πρός τιμήν τους, ἀλλά ὁ ἀριθμός τους ἔγινε ὄνομα, μέ τό ὁποῖο βαπτίζονται πολλοί χριστιανοί (Σαράντης, Σαραντούλα) καί ὀνομάζονται πόλεις, ὅπως οἱ ῞Αγιοι Σαράντα στή Βόρειο ῎Ηπειρο.
    Τή μνήμη τους τιμᾶ ἐξαρχῆς ἡ ᾿Εκκλησία μας στίς 9 Μαρτίου καί, καθώς πέφτει συνήθως μές στή Μ. Τεσσαρακοστή, προσδίδει ἰδιαίτερη λαμπρότητα στό κατανυκτικό κλίμα τῶν ἡμερῶν. ῾Ο ἀριθμός τους, πού συμπίπτει μέ τόν ἀριθμό τῶν ἡμερῶν τῆς περιόδου, τό φοβερό καί ἰδιότυπο μαρτύριό τους, ἡ χάρη πού ἀναβλύζει ἀπό τά τίμια λείψανα, τά πολλά καί ποικίλα θαύματα, τά ὁποῖα ἐπιτέλεσαν καί ἐπιτελοῦν οἱ μάρτυρες, ἔχουν καταστήσει στενό τό δεσμό καί τή σχέση τους μέ τούς πιστούς. Οἱ παπικοί ἔχουν μεταθέσει τή γιορτή τῶν Σαράντα Μαρτύρων στήν ἑπόμενη ἡμέρα, 10 Μαρτίου.
    Κανόνες στούς ἁγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες ἔχουν συνθέσει ὁ ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Δαμασκηνός καί ὁ μοναχός Θεοφάνης. ῾Ο πρῶτος ἔχει τήν ἀκροστιχίδα «Θεοστεφῆ φάλαγγα μέλπω μαρτύρων». ῾Υπάρχουν ἐπίσης δύο παρακλητικοί κανόνες, ὁ πρῶτος ἀπό τούς ὁποίους ἔχει τήν ἀκροστιχίδα «Δεκάς με σῶζε τετράριθμον μαρτύρων». ῞Εναν τρίτο παρακλητικό κανόνα συνέθεσε στόν αἰώνα μας ὁ ἀείμνηστος μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. ῎Εχει τήν ἀκροστιχίδα «Λιταῖς ὑμῶν, ἀθληταί, σωθείην. Γερασίμου». ῾Η σύνθεση ἔ- γινε κατά παράκληση τοῦ φίλου τοῦ ἀοιδίμου ὑμνογράφου, τότε ἀρχιμανδρίτη καί τώρα ἐπισκόπου π. Αὐγουστίνου Καντιώτη, εἰδικά γιά νά περιληφθεῖ στήν α' ἔκδοση τῆς παρούσης ἐργασίας· περιέχεται δέ καί στό τέλος αὐτῆς τῆς ἐκδόσεως.


2. Πρότυπα ζωῆς

    Βέβαια ἡ ἀπονομή τιμῆς στούς ἁγίους δέν προσθέτει δόξα σ᾿ αὐτούς, ἀλλά τιμᾶ τούς ἴδιους τούς πιστούς καί προσφέρει σ᾿ αὐτούς ἀξιομίμητα πρότυπα. ῞Οπως παρατηρεῖ ὁ ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος, τοῦ ὁποίου ἀπόσπασμα ἐγκωμιαστικοῦ λόγου στούς Σαράντα Μάρτυρες διασώζει ὁ ἱερός Φώτιος, «ἐγκωμιάζονται μάρτυρες οὐχ ἵνα αὐτοί τόν ἔπαινον λάβωσιν, ἀλλ᾿ ἵνα ἡμεῖς διά τῶν ἐπαίνων διανιστῶμεν πρός μίμησιν».
    Τή δύναμη καί τήν παρρησία τῶν Σαράντα Μαρτύρων πρός τόν Θεό ἐξαίρει ὡς ἑξῆς ὁ Μ. Βασίλειος· «Οἱ Σαράντα Μάρτυρες εἶναι ἐκεῖνοι πού διαφυλάττουν τή χώρα μας σάν σαράντα συνεχόμενοι πύργοι καί μᾶς παρέχουν ἀσφάλεια ἀπό τίς βαρβαρικές ἐπιδρομές. Δέν κλείστηκαν μόνο σέ ἕνα μέρος, ἀλλά φιλοξενοῦνται σέ πολλές χῶρες καί στολίζουν πολλά ἔθνη». Αὐτό, βέβαια, δέν ἐξαντλεῖ τή δύναμη τῶν μαρτύρων. Μοιάζουν μέ τή φωτιά, ἡ ὁποία δέν παύει νά εἶναι φωτιά καί ὅταν ἀκόμη μοιραστεῖ σέ διάφορα μέρη.
    ῾Ο Κύριος διαβεβαιώνει· «οὗ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Μθ 18, 20). Πόσο ἐντονότερη εἶναι ἡ παρουσία του, ὅταν ἀντί δύο ἤ τριῶν τόν ἐπικαλοῦνται σαράντα ἅγιοι; Γι᾿ αὐτό, προτρέπει ὁ Μέγας Βασίλειος· «ὅποιος ἔχει θλίψεις καί βάσανα στή ζωή του, ἄς καταφεύγει στούς Μάρτυρες. ᾿Αλλά καί ὅποιος ζῆ σέ εὐφροσύνη, ἄς τούς ἐπικαλεῖται. Αὐτός πού ἔχει θλίψη νά προσεύχεται, γιά νά ἐλευθερωθεῖ ἀπ᾿ αὐτή καί ὁ χαρούμενος γιά νά διατηρήσει τήν εὐτυχία του. Στούς μάρτυρες ἔρχεται καί προσεύχεται γιά τά παιδιά της ἡ εὐσεβής μητέρα, ἡ γυναίκα πού ζητᾶ τήν ἐπιστροφή τοῦ ξενιτεμένου συζύγου της καί ἐκείνη πού παρακαλεῖ γιά τή σωτηρία τοῦ ἀρρώστου της».
    Καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος προσθέτει· «Οἱ Σαράντα Μάρτυρες εἶναι ἰσχυροί ὑπερασπιστές κατά τῶν ἐχθρῶν κι ἀξιόπιστοι μεσολαβητές στήν παράκλησή μας πρός τόν Κύριο. Συμμεριζόμενος τήν ἐλπίδα τους, ἄς πάρει θάρρος ὁ χριστιανός εἴτε τοῦ ἐξυφαίνει πειρασμούς ὁ διάβολος εἴτε ἐναντίον του ἐπιτίθενται πονηροί ἄνθρωποι εἴτε βράζουν ἀπό τό θυμό τους οἱ τύραννοι εἴτε ἀγριεύει ἡ θάλασσα καί ἡ γῆ δέν παράγει ὅσα ἔχει ὁριστεῖ νά προσφέρει στούς ἀνθρώπους κι ὁ οὐρανός ἀπειλεῖ συμφορές. Σέ κάθε ἀνάγκη, σέ κάθε δύσκολη περίσταση τοῦ φθάνει ἡ δύναμή τους, γιά νά πάρει πλούσια τή χάρη τοῦ Χριστοῦ».
    Πράγματι, ὅπως σημειώνει ὁ συναξαριστής Εὐόδιος Καισαρείας, μαθητής τοῦ Μ. Βασιλείου, οἱ ἅγιοι Σαράντα Μάρτυρες «εἶναι τῶν γερόντων ἡ δύναμις, τῶν νέων οἱ διδάσκαλοι, τῶν θλιβομένων οἱ παρήγοροι, τῶν πτωχῶν οἱ πλουτισταί, τῶν χειμαζομένων οἱ λιμένες, τῶν ἀσθενῶν οἱ ἰατροί, τῶν γυναικῶν οἱ σωφρονισταί, τῶν παίδων οἱ φύλακες, ὅλων τῶν χριστιανῶν οἱ πρός Θεόν δυνατώτατοι πρεσβευταί». ᾿Αλλά ἡ μεγαλύτερη προσφορά καί βοήθεια τῶν μαρτύρων εἶναι ὅτι ἀποτελοῦν τά πνευματικά πρότυπα γιά τήν καθημερινή ζωή τῶν πιστῶν. Εἶναι, ὅπως παρατηρεῖ σέ σχετική ὁμιλία του ὁ ᾿Αστέριος ᾿Αμασείας, «ὄχι μόνο διδάσκαλοι τῆς ἀγαθῆς πολιτείας, ἀλλά καί κατήγοροι τῆς ἁμαρτίας», ὥστε μᾶς ἐλέγχουν γιά κάθε παρεκτροπή μας ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ψυχρότητα στήν πίστη.
    Σχολιάζει χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Γρηγόριος· «῾Ο μοχθηρός χειμώνας δέν μοῦ φαίνεται πλέον φοβερός καί δέν ἀγανακτῶ γιά τήν ἀγριότητα τοῦ καιροῦ, διότι αὐτός ἔγινε ὅπλο τοῦ διώκτη, τελειοποιώντας τήν ἱερή φάλαγγα (τῶν Σαράντα Μαρτύρων)». Καί ὁ Μ. Βασίλειος τούς προβάλλει πρός μίμηση ὡς ἰδεώδη πρότυπα γιά ὅλους ἐκείνους πού ἀσκοῦνται στήν πνευματική ζωή· «Οἱ νέοι ἄς μιμηθοῦν τούς συνομηλίκους τους. Οἱ πατέρες ἄς εὐχηθοῦν τέτοια νά εἶναι τά παιδιά τους. Οἱ μητέρες ἄς διδαχθοῦν ἀπό τό παράδειγμα τῆς καλῆς μητέρας».

3. Θαύματα τῶν Μαρτύρων

    ῾Η ἁγνή καί ἁγία ζωή τῶν σαράντα στρατιωτῶν καί τό ἡρωικό τους μαρτύριο ὑπῆρξαν μέσα στόν κόσμο αὐτό τῆς ὕλης καί τῆς φιλαυτίας λαμπρά παραδείγματα τῆς θείας χάριτος. ῾Η παρουσία τους ἀποτελεῖ ὄντως θαῦμα ἐξαίσιο καί διδακτικό γιά ὅλους τούς αἰῶνες.
    ᾿Αλλά ὁ Θεός διαβεβαίωσε τήν ἁγιότητα τῶν ἁγίων καί κόσμησε τή μνήμη τους καί μέ πολλά ἄλλα θαύματα, ἐπιβεβαιώνοντας καί στή δική τους περίπτωση τόν ψαλμικό λόγο· «γνῶτε ὅτι ἐθαυμάστωσε Κύριος τόν ὅσιον αὐτοῦ» (Ψα 4,4). ῞Οταν ἀκόμη ἦταν στρατιῶτες, μέ θαῦμα, ὅπως εἴδαμε, ἔσωσαν τή ζωή τοῦ τάγματος ἀπό βέβαιο θάνατο. Πολύ περισσότερο θαυματούργησαν καί θαυματουργοῦν μετά τό φρικτό τους μαρτύριο. Μαρτύρησαν ὑπέρ τοῦ Θεοῦ μέ τό αἷμα τους καί ὁ Θεός μαρτύρησε ὑπέρ αὐτῶν μέ τά θαύματα. ῾Η μαρτυρία, μάλιστα, αὐτή ὑπῆρξε ὁ θρίαμβος τῆς ἀλήθειας καί τῆς βασιλείας τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καί τῶν μαρτύρων.
    Παραθέτω δύο ἀπό τά θαύματα τῶν μαρτύρων, ὅπως μᾶς τά διηγεῖται ὡς αὐτόπτης μάρτυρας ὁ ἅγιος Γρηγόριος.

    α) ῞Ενα ὄνειρο
    ᾿Ανέφερα ἤδη ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ ἁγίου διατηροῦσε τεμάχια ἀπό τά ἱερά λείψανα τῶν μαρτύρων καί οἱ θεοφιλεῖς γονεῖς του εἶχαν κτίσει μέ πολύ ἐνδιαφέρον στήν ᾿Ανατολή τόν πρῶτο ναό πρός τιμήν τῶν ἁγίων Σαράντα. ῾Ο Γρηγόριος διηγεῖται ἕνα ἐπεισόδιο, τό ὁποῖο συνέβη κατά τό χρόνο τῆς τελέσεως τῶν ἐγκαινίων αὐτοῦ τοῦ ναοῦ.
    «᾿Επρόκειτο», λέγει, «νά ἐπιτελέσουμε τά ἐγκαίνια μέ λαμπρό πανηγύρι καί νά τοποθετήσουμε μέ σεβασμό τή θήκη πού περιεῖχε τά ἱερά λείψανα στόν ἱερό ναό κάτω ἀπό τήν ἁγία τράπεζα. ᾿Εκείνη πού πρωτοστατοῦσε στή διοργάνωση καί προετοιμασία τῆς γιορτῆς ἦταν ἡ εὐσεβής μητέρα μου ᾿Εμμέλεια. Αὐτή, ὅταν μέ εἶδε νά στέκομαι μακριά καί νά μήν ἐνδιαφέρομαι, μέ διέταξε νά πλησιάσω νά τή βοηθήσω, παρ᾿ ὅτι ἤμουν νέος καί ἀνῆκα στήν τάξη τῶν λαϊκῶν. ῾Η βία τῆς μητέρας μου, ὅσον ἀφορᾶ στήν τέλεση τῶν ἐγκαινίων, δέν μοῦ ἄρεσε, ἐπειδή ἤμουν ἀπασχολημένος μέ ἄλλες ἐργασίες. Γι᾿ αὐτό γόγγυσα στήν πρόσκλησή της καί τήν κατηγόρησα, διότι δέν εἶχε ὁρίσει τήν πανήγυρη γιά ἀργότερα, ὥστε νά ἔχει χρόνο στή διάθεσή της καί νά μήν ἐνεργεῖ βεβιασμένα. Τελικά, ἡ μητέρα κατόρθωσε νά μέ ἀποσπάσει ἀπό ὅλες τίς ἀσχολίες μου καί νά μέ ὁδηγήσει στόν τόπο τῆς γιορτῆς. Πράγματι πῆγα, ἀλλ᾿ ἀντί νά παραμείνω στό ναό, ὅπου γινόταν ὁλονύκτια ἀγρυπνία καί τιμῶνταν μέ ψαλμωδίες τά ἅγια λείψανα, ἐγώ κατευθύνθηκα σ᾿ ἕνα δωμάτιο τῶν κοντινῶν παραπηγμάτων καί κοιμήθηκα.
    Τότε εἶδα ἕνα ὄνειρο, τό ὁποῖο παραμένει ἀλησμόνητο καί εἶχε σοβαρή ἐπίδραση στήν ψυχή μου. ῎Ηθελα δῆθεν νά πάω στόν κῆπο, ὅπου γινόταν ἡ ἀγρυπνία, ἀλλ᾿ ὅταν ἔφτασα στήν πόρτα, παρουσιάστηκε ἕνα ἀμέτρητο πλῆθος στρατιωτῶν καί μέ ὑψωμένα ραβδιά ὅρμησαν ἐναντίον μου καί δέν μοῦ ἐπέτρεπαν νά μπῶ. Κινδύνευσα, μάλιστα, νά πληγωθῶ, ἀλλά ἕνας περισσότερο φιλάνθρωπος μέ ἔσωσε μέ τίς παρακλήσεις του. Τρομαγμένος ξύπνησα καί ἄρχισα νά σκέφτομαι τό σφάλμα μου. Κατάλαβα τότε τί σήμαινε τό φοβερό θέαμα τῶν στρατιωτῶν καί κατηγόρησα τόν ἑαυτό μου. Τό γεγονός αὐτό μέ συγκίνησε βαθύτατα. ῞Οταν πλησίασα στά λείψανα, πικρά δάκρυα μετανοίας κύλισαν ἀπό τά μάτια μου. Παρακάλεσα τόν Θεό νά φανεῖ σπλαγχνικός σέ μένα καί οἱ ἅγιοι στρατιῶτες νά μέ συγχωρήσουν».

    β) ῾Ο ἀξιωματικός πού θεραπεύτηκε
    Στήν κωμόπολη ῎Ιβωρα, κοντά στήν ὁποία ὑπῆρχαν ἱερά λείψανα τῶν ἁγίων Σαράντα Μαρτύρων, διέμενε ἕνα στρατιωτικό ἀπόσπασμα, γιά νά φρουρεῖ τήν τοποθεσία. ᾿Εκεῖ ἔστειλε ὁ ταξίαρχος ἕναν ἀξιωματικό, γιά νά προφυλάγει τούς χωρικούς ἀπό τίς βιαιοπραγίες καί τίς λεηλασίες, πού συνήθιζαν νά κάνουν οἱ βάναυσοι ὁπλίτες. Αὐτός ὁ ἀξιωματικός εἶχε πρόβλημα στό ἕνα του πόδι καί δέν μποροῦσε νά περπατήσει καλά. ῾Η ἀρρώστια του ἦταν χρόνια καί ἀθεράπευτη. Μία μέρα μπῆκε στήν ἐκκλησία, ὅπου ἦταν τοποθετημένα τά λείψανα τῶν ἁγίων. Προσευχήθηκε στόν Θεό καί ζήτησε τή μεσιτεία τῶν ἁγίων Σαράντα. Τή νύχτα παρουσιάστηκε σ᾿ αὐτόν ἕνας εὐπαρουσίαστος καί λαμπροστολισμένος ἄνδρας καί τοῦ μίλησε μέ συμπάθεια. Σέ μιά στιγμή τόν ρωτᾶ· «Κουτσαίνεις καί ἔχεις ἀνάγκη θεραπείας; Δός μου, λοιπόν, τό πόδι σου νά τό ψηλαφήσω». Στή συνέχεια πῆρε μέ τό χέρι του τό πόδι καί τό τέντωσε μέ δύναμη. ᾿Ενῶ αὐτά συνέβαιναν στό ὄνειρο, στήν πραγματικότητα ἀκούστηκε ἕνα τέτοιο τρίξιμο, ὅπως ὅταν ἕνα κόκκαλο μετακινηθεῖ ἀπό τή φυσική του θέση καί κατόπιν ἐπανέλθει σ᾿ αὐτήν. ῾Ο θόρυβος μάλιστα τάραξε καί τήν ἡσυχία αὐτῶν πού κοιμοῦνταν κοντά. ῾Ο ἄρρωστος ἀξιωματικός σηκώθηκε ἀμέσως καί ἄρχισε νά βαδίζει πλέον καλά, ὅπως παλιά, ὅταν τό πόδι του ἦταν ὑγιές.
    «Τό θαῦμα αὐτό», βεβαιώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος, «τό εἶδα ὁ ἴδιος, διότι βρέθηκα κοντά στόν ἄνθρωπο αὐτόν, ὁ ὁποῖος διηγοῦνταν σέ ὅλους καί διακήρυττε τήν εὐεργεσία τῶν μαρτύρων καί δοξολογοῦσε τή φιλανθρωπία τους».
    Ποιός ἔχει τήν τόλμη νά ἐκφράσει ἔστω καί τήν παραμικρή ἀμφιβολία γιά τή θαυματουργική δύναμη τῶν ἁγίων, ὅταν μαρτυρεῖ γι᾿ αὐτήν, ὡς αὐτόπτης μάρτυρας ἕνας ἅγιος Γρηγόριος, πρόσωπο κατά πάντα ἀξιόπιστο, πατέρας τῆς ᾿Εκκλησίας, ἅγιος, ὁ ὁποῖος κατανάλωσε τή ζωή του στήν ὑπηρεσία τῆς ἀλήθειας καί ἦταν πρόθυμος χίλιες φορές νά θυσιαστεῖ γι᾿ αὐτήν;
    ῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος ἄλλωστε διαβεβαίωσε· «᾿Αμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τά ἔργα ἅ ἐγώ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καί μείζονα τούτων ποιήσει, ὅτι ἐγώ πρός τόν πατέρα μου πορεύομαι, καί ὅ,τι ἄν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, τοῦτο ποιήσω, ἵνα δοξασθῇ ὁ πατήρ ἐν τῷ υἱῷ. ἐάν τι αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐγώ ποιήσω» (᾿Ιω 14,12-14). ᾿Εξάλλου οἱ ἅγιοι δέν ἐπιτελοῦν τά θαύματα μέ δική τους δύναμη ἀλλά μέ τή δύναμη τοῦ ᾿Ιησοῦ, τοῦ ὁποίου ἀποτελοῦν μέλη. Τό διακήρυξε ἁπλά καί ἀπερίφραστα ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ὅταν οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἔκπληκτοι ἔβλεπαν τόν ἐκ γενετῆς τυφλό νά χαίρεται τήν «ὁλοκληρίαν» του, περπατώντας καί πηδώντας ὑγιής. «Τί θαυμάζετε ἐπί τούτῳ, ἤ ἡμῖν τί ἀτενίζετε ὡς ἰδίᾳ δυνάμει ἤ εὐσεβείᾳ πεποιηκόσι τοῦ περιπατεῖν αὐτόν;... ἡ πίστις ἡ δι᾿ αὐτοῦ (τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ) ἔδωκεν αὐτῷ (στόν χωλό) τήν ὁλοκληρίαν ταύτην» (Πρξ 3,12· 16) Παρόμοια ὁ Μ. ᾿Αντώνιος σ᾿ αὐτούς πού θαύμαζαν τίς θαυματουργικές του δυνάμεις ἔλεγε· «Τί θαυμάζετε γι᾿ αὐτό; Δέν εἴμαστε ἐμεῖς πού κάνουμε τά θαύματα, ἀλλ᾿ ὁ Χριστός τά κάνει μέσῳ αὐτῶν πού τόν πιστεύουν».
    ῾Η χάρη τοῦ Θεοῦ «ἐπικάθηται ἐπί τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν ἁγίων», ὥστε νά ἀναβλύζει δι᾿ αὐτῶν τό μύρο τῆς θείας εὐωδίας καί νά γίνονται θαύματα. ῎Ετσι ἐνισχύονται οἱ πιστοί, φιλοτιμοῦνται νά μιμηθοῦν τήν ἁγία ζωή τῶν ἁγίων ἤ καί τό μαρτύριό τους ἀκόμη.
    Αὐτά ἀποτελοῦν τήν πνευματική πανοπλία τῶν πιστῶν, ὅπως γράφει ὁ ἱερός Χρυσόστομος. «Βλέποντας κατεστραμμένα τά ὅπλα τοῦ ἀγωνιστῆ, τήν ἀσπίδα, τό δόρυ, τό θώρακα, καί ἄν ἀκόμη εἶναι νωθρός κάποιος, ἀμέσως πετιέται καί γίνεται θερμότερος καί ὁρμᾶ πρός τόν πόλεμο. ῾Η θέα τῶν ὅπλων τόν προτρέπει, γιά νά ἐπιχειρήσει τά ἔργα πού γίνονται μ᾿ αὐτά. ᾿Εμεῖς βλέποντας ὄχι τά ὅπλα ἀλλά τό ἴδιο τό σῶμα τοῦ ἁγίου, πού καταξιώθηκε νά ματώσει γιά τήν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, καί ἄν εἴμαστε πιό δειλοί ἀπ᾿ ὅλους, πῶς δέν θά δείξουμε μεγάλη προθυμία, καθώς ἡ φωτιά αὐτῆς τῆς ὄψεως μπαίνει μέσα μας καί μᾶς καλεῖ στόν ἴδιο ἀγώνα; Γι᾿ αὐτό ὁ Θεός μᾶς ἄφησε ὡς παρακαταθήκη τά σώματα τῶν ἁγίων μέχρι τόν καιρό τῆς ᾿Αναστάσεως, γιά νά τά ἔχουμε ὡς θεμέλιο μεγάλης φιλοσοφίας».
    ᾿Αλλοῦ ὁ ἴδιος πατέρας λέγει· «῾Ο τάφος τῶν μαρτύρων εἶναι σκηνή στρατιωτική. ῎Αν ἀνοίξεις τά μάτια τῆς πίστεως, θά δεῖς τό θώρακα τῆς δικαιοσύνης νά βρίσκεται ἐδῶ, τό θυρεό τῆς πίστεως, τήν περικεφαλαία τοῦ σωτηρίου, τήν κνημίδα τοῦ Εὐαγγελίου, τή μάχαιρα τοῦ πνεύματος καί τό κεφάλι τοῦ διαβόλου ριγμένο κάτω. Διότι, ὅταν δεῖς δαιμονισμένο ἄνθρωπο ξαπλωμένο ἀνάσκελα κοντά στόν τάφο τοῦ μάρτυρα νά σπαράσσεται πολλές φορές, δέν βλέπεις τίποτε ἄλλο παρά κομμένο τό κεφάλι τοῦ πονηροῦ».
    ᾿Επίσης καί ὁ ἄλλος ἅγιος Γρηγόριος, ὁ θεολόγος, μαρτυρεῖ ὅτι οἱ ἅγιοι διώχνουν δαιμόνια καί θεραπεύουν ἀρρώστιες. Δικές τους εἶναι οἱ ἐμφανίσεις καί οἱ προρρήσεις. Αὐτῶν τά σώματα εἴτε τά ἀγγίζουμε εἴτε τά τιμοῦμε, μποροῦν νά κάνουν ὅ,τι καί οἱ ψυχές τους. ᾿Ακόμη καί μόνον σταγόνες τοῦ αἵματός τους καί μικρά τεμάχια λειψάνων τά ἴδια ἐπιτυγχάνουν ὅ,τι καί τά σώματα».
    Καί ὁ Μ. Βασίλειος βεβαιώνει ὅτι «ὅποιος ἀκουμπήσει λείψανο μάρτυρος, ἔχει κάποια συμμετοχή στόν ἁγιασμό ἀπό τή χάρη πού σταθερά ἑδρεύει στό σῶμα».


4. Τά  ἱερά λείψανά τους στήν Κωνσταντινούπολη

    Στή βυζαντινή ἐποχή, κατά τόν 5ο αἰώνα μ.Χ., ζοῦσε μία γυναίκα πού ὀνομαζόταν Εὐσεβεία. ᾿Εκτελοῦσε τά καθήκοντα τῆς διακόνισσας στό ναό τῶν αἱρετικῶν ὀπαδῶν τοῦ Μακεδονίου, οἱ ὁποῖοι δέν δέχονταν τό ἅγιο Πνεῦμα ὡς Θεό. Αὐτή εἶχε ὡς ἰδιοκτησία κοντά στά τείχη τῆς Κων/πόλεως ἕνα σπίτι μέ κῆπο. ᾿Εδῶ φύλαγε τά ἱερά λείψανα τῶν ἁγίων ἐκείνων σαράντα στρατιωτῶν.
    Πρίν ἀπό τό θάνατό της ἡ Εὐσεβεία κληροδότησε τήν περιουσία της σέ μοναχούς τῆς αἱρέσεως. Τούς παρακάλεσε νά ὁρκιστοῦν ὅτι θά τήν θάψουν στό μέρος ὅπου φυλάσσονταν τά ἱερά λείψανα καί ὅτι ἀφοῦ κατασκευάσουν μία ἄλλη θήκη, ὅπου θά βάλουν τά λείψανα τῶν μαρτύρων, θά τήν τοποθετήσουν πάνω ἀπό τό κεφάλι της, χωρίς νά ἀναφέρουν σέ κανέναν τό γεγονός. ᾿Εκεῖνοι, λοιπόν, οἱ μοναχοί μετά τό θάνατο τῆς Εὐσεβείας ἐνήργησαν κατά τέτοιο τρόπο, ὥστε καί στούς μάρτυρες νά ἀποδίδεται τιμή καί ὁ ἄλλος κόσμος νά μή γνωρίζει τίποτε σχετικό. Κατασκευάζουν, δηλαδή, γύρω ἀπό τή θήκη τῆς Εὐσεβείας ὑπόγειο οἶκο προσευχῆς (εὐκτήριον), τοῦ ὁποίου ἡ στέγη βρισκόταν στό ἴδιο ἐπίπεδο μέ τό ἔδαφος καί καλυπτόταν μέ ξηρά πλιθιά. Πάνω ἀπό τόν εὐκτήριο αὐτό οἶκο ὑψώνουν καί ἄλλο οἴκημα, ἀπό τό ὁποῖο κατέβαινε μυστική σκάλα στή θήκη τῶν λειψάνων τῶν μαρτύρων. ῎Ετσι καί τούς μάρτυρες δέν ἄφησαν σέ παράπονο καί φάνηκαν συνεπεῖς πρός τίς ὑποσχέσεις τους.
    Μετά ἀπό αὐτά τά γεγονότα πέθανε καί ἡ σύζυγος τοῦ Καισαρίου, ἑνός ἄρχοντα τῆς ἐποχῆς, ὁ ὁποῖος ἀνέβηκε στά ἀξιώματα τοῦ ὑπάτου καί τοῦ ὑπάρχου ἀκόμη, τάφηκε δέ καί αὐτή κοντά στή σορό τῆς Εὐσεβείας. Αὐτό τό εἶχαν ἀποφασίσει ἀπό κοινοῦ ἡ Εὐσεβεία καί ἡ σύζυγος τοῦ Καισαρίου, ὅταν ζοῦσαν, λόγῳ τοῦ μεγάλου δεσμοῦ τῆς φιλίας τους καί τῶν κοινῶν θρησκευτικῶν πεποιθήσεων. Διότι καί οἱ δυό ὑποστήριζαν τίς αἱρετικές δοξασίες τοῦ πνευματομάχου Μακεδονίου. ῾Ο Καισάριος ἐπιθυμώντας νά ταφεῖ καί αὐτός κοντά στή σύζυγό του, σκέφτηκε νά κάνει δική του αὐτή τήν περιοχή.
    ᾿Αναγκάστηκαν, λοιπόν, οἱ μοναχοί, τούς ὁποίους ἀναφέραμε προηγουμένως, νά ἐγκαταλείψουν τόν τόπο καί νά διασκορπιστοῦν χωρίς νά ἀναφέρουν τίποτε ἀπολύτως γιά τούς μάρτυρες. Κατόπιν τούτου ὅμως κατέρρευσε λόγῳ τῆς πολυκαιρίας τό σπίτι πού ἦταν κτισμένο πάνω ἀπό τόν εὐκτήριο οἶκο. ῎Ερριξαν ἀπό πάνω χῶμα καί σκουπίδια μέ ἀποτέλεσμα ὅλος ἐκεῖνος ὁ τόπος νά ἰσοπεδωθεῖ. Σ᾿ αὐτόν τόν τόπο ἀργότερα μέ τή φροντίδα τοῦ Καισαρίου κτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός πρός τιμή τοῦ μάρτυρος Θύρσου.
    ῾Η τοποθεσία κάτω ἀπό τήν ὁποία βρισκόταν τά ἅγια λείψανα τῶν Σαράντα Μαρτύρων ἄλλαξε πλέον ὄψη. ᾿Αλλ᾿ ἄραγε τά ἱερά λείψανα θά παρέμεναν γιά πάντα ἄγνωστα στούς ὀρθόδοξους χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι πολύ τά ποθοῦσαν; ῾Η θεία πρόνοια ἐπέτρεψε νά περάσει ἀρκετός καιρός, γιά νά κάνει πιό λαμπρή τήν εὕρεση τῶν λειψάνων τῶν μαρτύρων καί τή θεοσέβεια τῆς γυναίκας, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νά τά βρεῖ.
    Τότε ζοῦσε ἡ βασίλισσα τοῦ Βυζαντίου Πουλχερία, ἡ ὁποία ἐπιτρόπευε τόν ἀδελφό της Θεοδόσιο τόν Μικρό. Σ᾿ αὐτή τήν εὐσεβῆ γυναίκα ἐμφανίζεται κατ᾿ ἀρχάς σέ ὅραμα τρεῖς φορές ὁ μάρτυρας Θύρσος καί τῆς ἀποκαλύπτει τούς θησαυρούς, οἱ ὁποῖοι κρύβονται κάτω ἀπό τή γῆ τοῦ ναοῦ, δηλαδή τούς μάρτυρες. Τήν προτρέπει νά πάει στό ναό, νά τούς βγάλει ἀπό τά σπλάγχνα τῆς γῆς, νά τούς τοποθετήσει στήν ἐπιφάνεια, ὅπου εἶναι καί ὁ ἴδιος καί νά ἀποδώσει σ᾿ αὐτούς τήν ἴδια τιμή.
    Κατόπιν, ἐμφανίστηκαν οἱ Σαράντα Μάρτυρες ντυμένοι μέ λαμπρές χλαμύδες καί ἀποκάλυψαν τούς ἑαυτούς τους στήν εὐσεβῆ Πουλχερία. Αὐτό τό γεγονός θεωρήθηκε πολύ ἀξιόπιστο καί θαυμαστό, διότι καί οἱ παλαιότεροι κληρικοί τῆς Κων/πόλεως καί οἱ σύγχρονοι τῆς Πουλχερίας, ἄν καί πολλές φορές ἐρωτῶντο, δέν μποροῦσαν νά δώσουν πληροφορίες γιά τόν τόπο τῶν λειψάνων τῶν Σαράντα Μαρτύρων.
    ᾿Ενῶ ὅλοι βρίσκονταν σέ ἀμηχανία, ἡ θεία πρόνοια φέρνει στή μνήμη κάποιου ἱερέα Πολυχρονίου, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε στήν αὐλή τοῦ Καισαρίου, τούς μοναχούς, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν παλιότερα στόν τόπο τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Θύρσου. ῾Ο ἱερέας αὐτός πῆγε στούς κληρικούς τῶν αἱρετικῶν μακεδονιανῶν καί ζήτησε πληροφορίες γι᾿ αὐτούς τούς μοναχούς. Εὐτυχῶς, βρῆκε στή ζωή ἕναν ἀπ᾿ αὐτούς. ᾿Ασφαλῶς, ὁ Θεός τόν εἶχε διατηρήσει στή ζωή, γιά νά φανερώσει τούς μάρτυρες. ῾Ο ἱερέας παρακαλοῦσε θερμά τόν μοναχό νά φανερώσει, ἐάν πραγματικά εἶδε νά κρύβονται λείψανα ἁγίων στόν τόπο, ὅπου βρισκόταν ὁ ναός τοῦ ἁγίου Θύρσου. ᾿Επειδή ὅμως ἐκεῖνος προσπαθοῦσε νά ξεφύγει ἐξαιτίας τῶν συμφωνιῶν πού εἶχαν κάνει μέ τήν Εὐσεβεία, ὁ Πολυχρόνιος τοῦ διηγήθηκε τή θεία ἀποκάλυψη, τίς ἀπαιτήσεις τῆς βασίλισσας καί τήν ἀμηχανία ὅλων νά δώσουν ἀπάντηση. ῎Ετσι, τόν ἀνάγκασε νά ὁμολογήσει ὅτι ὁ Θεός φανέρωσε ἀληθινά πράγματα στή βασίλισσα Πουλχερία.
    «Θυμοῦμαι καλά», εἶπε, «ὅτι ὅταν ἤμουν ἀκόμη δόκιμος μοναχός στήν ὑποταγή τῶν γερόντων ἡγουμένων καί διδασκόμουν τή μοναχική πολιτεία, εἶδα νά τοποθετοῦνται γύρω ἀπό τόν τάφο τῆς Εὐσεβείας τά λείψανα τῶν Σαράντα Μαρτύρων. Δέν μπορῶ ὅμως νά προσδιορίσω τό μέρος τοῦ ναοῦ, ἐπειδή ἔχει περάσει πολύς καιρός καί ὁ τόπος παρουσιάζει διαφορετική ὄψη ἀπό ἐκείνη πού εἶχε πρῶτα».
    ῾Ο Πολυχρόνιος, ὁ ὁποῖος παρευρισκόταν στήν ταφή τῆς συζύγου τοῦ Καισαρίου, ἔβγαλε τό συμπέρασμα ὅτι τά ἱερά λείψανα βρίσκονταν γύρω ἀπό τόν ἄμβωνα. Τότε πῆρε τό λόγο ὁ μοναχός καί εἶπε ὅτι καί τόν τάφο τῆς Εὐσεβείας πρέπει νά ἀναζητήσει κανείς κοντά στόν τάφο τῆς συζύγου τοῦ Καισαρίου γιά τό λόγο πού ἀναφέραμε παραπάνω.
    ῞Οταν ἡ βασίλισσα τά πληροφορήθηκε αὐτά, διέταξε νά σκάψουν στό χῶρο γύρω ἀπό τόν ἄμβωνα, ὅπου πράγματι βρέθηκε ἡ θήκη τῆς συζύγου τοῦ Καισαρίου, σύμφωνα πρός τή διαβεβαίωση τοῦ Πολυχρονίου. Λίγο πλάγια φάνηκε ἕνα κατάστρωμα πού ἀποτελεῖτο ἀπό ξηρά πλιθιά, καί τό σκέπαζε μία μαρμάρινη πλάκα. Κάτω ἀπό τήν πλάκα αὐτή φάνηκε ἡ σορός τῆς Εὐσεβείας καί γύρω ἀπ᾿ αὐτήν ὁ εὐκτήριος οἶκος πολύ καλά κατασκευασμένος καί καλυμμένος μέ ἀρκετά κοκκινόασπρα μάρμαρα.
    Τό κάλυμμα τῆς θήκης ἁπλωνόταν ὅπως ἀκριβῶς στήν ἱερή τράπεζα. Στό ἄκρο, στό ὁποῖο βρίσκονταν οἱ μάρτυρες, φάνηκε μία μικρή τρύπα. ῞Ενας ἀπό τούς παρευρισκόμενους αὐλικούς ἔβαλε ἐκεῖ μέσα μία λεπτή ράβδο καί, ὅταν τήν ἔβγαλε, γέμισε ὁ τόπος εὐωδία. Αὐτό ἐνεθάρρυνε τούς παρευρισκόμενους καί ἐργαζόμενους μέ ἀποτέλεσμα νά ἀποκαλύψουν τή σορό καί νά βροῦν τήν Εὐσεβεία. Τό μέρος πού βρισκόταν κοντά στό κεφάλι καί ἐξεῖχε ἀπό τή θήκη τῆς Εὐσεβείας εἶχε σχῆμα κιβωτοῦ καί καλυπτόταν ἐσωτερικά μέ ἰδιαίτερη πλάκα, πού ἐφάρμοζε στήν κιβωτό μέ σιδερένιους συνδετῆρες. ῞Οταν φάνηκε στή μέση ἡ ἴδια τρύπα, μέσα στήν ὁποία εἶχε μπεῖ ἡ ράβδος καί βγῆκε μυρωμένη, βεβαιώθηκαν ὅτι μέσα στήν κιβωτό βρίσκονται τά λείψανα τῶν μαρτύρων.
    ᾿Αμέσως διαδόθηκαν ὅλα αὐτά καί τότε ἡ βασίλισσα Πουλχερία καί ὁ ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Πρόκλος ἔτρεξαν ἐκεῖ. Εἰδικοί ἀφήρεσαν μέ προσοχή τά σιδερένια ἐξαρτήματα καί εὔκολα σύρθηκε τό κάλυμμα. Μέσα στήν κιβωτό βρέθηκαν πολλά μύρα καί δύο ἀλαβάστρινες θῆκες, στίς ὁποῖες εἶχαν τοποθετηθεῖ τά ἱερά λείψανα τῶν μαρτύρων. Δακρυσμένη τότε καί κατασυγκινημένη ἡ εὐσεβής βασίλισσα Πουλχερία εὐχαρίστησε ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς της τόν Θεό, διότι ἀξιώθηκε νά δεῖ τέτοια θαυμάσια πράγματα καί νά βρεῖ τά ἱερά λείψανα. Τελικά, τοποθετήθηκε μία πολυτελέστατη θήκη πρός τιμήν τῶν μαρτύρων στή βάση τῆς ἁγίας τράπεζας κοντά στά λείψανα τοῦ ἁγίου Θύρσου. ῞Ολος ὁ λαός ξεχύθηκε ἀπό τήν Κων/πολη. ῎Εγινε δημόσια γιορτή μέ κάθε μεγαλοπρέπεια, πομπές καί ψαλμωδίες γιά τήν εὕρεση τῶν λειψάνων τῶν Σαράντα Μαρτύρων, πού περισώθηκαν. Μέ τίς πρεσβεῖες αὐτῶν ἄς ἀξιωθοῦμε τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ.