Σ' ἐκείνη τή θυρίδα
- Κυρία μου, κλείσαμε.
- Σᾶς παρακαλῶ, ἐξυπηρετῆστε κι ἐμένα.
- Λυπᾶμαι. Τό ταμεῖο ἔκλεισε.
- Κάντε μου τή χάρη! Εἶναι Παρασκευή. Θά πάω γιά ἀρκετές μέρες στό Παναρίτι κι ἐκεῖ δέν ὑπάρχει τέτοια Τράπεζα.
Δέν πρόλαβα ν᾿ ἀποτελειώσω τά λόγια μου κι εἶδα ἕναν ταμία μέ ἀλλοιωμένο τό πρόσωπό του. ῎Οχι, δέν ἀναψοκοκκίνησε. Βυθίστηκε σέ σκέψεις. ῎Αραγε τί συλλογίζεται;
- ῎Ω, νά ξέρατε, κυρία μου, τί μοῦ θυμίσατε... Μέ μεταφέρατε χρόνια πίσω. ᾿Από τό Παναρίτι ἦταν ἡ φιλόλογος τῶν γυμνασιακῶν μου σπουδῶν. Μπορεῖ τή μορφή της σήμερα νά μήν τήν καλοθυμᾶμαι. Μένουν ὅμως ἀναλλοίωτα ἀπό τό χρόνο ὅσα μᾶς μετέδωσε καί ζήσαμε κοντά της στά ἕξι αὐτά χρόνια τοῦ Γυμνασίου.
Τί ἀπό τήν προσφορά της νά πρωτοαναφέρω; ᾿Εγώ δέν εἶχα σκοπό νά τελειώσω τό Γυμνάσιο. Τά γράμματα δέν μοῦ ἄρεζαν καί ὁ πατέρας μου μέ ἔσπαζε στό ξύλο. Τό ὅτι σήμερα βρίσκομαι σ᾿ αὐτή τή θέση, τό χρωστάω σ᾿ αὐτήν τήν καθηγήτρια πού μέ πλησίασε, πρόσεξε τίς ἐλλείψεις μου καί μέ τήν ἀγάπη της μέ βοήθησε νά συμπαθήσω τό διάβασμα. Στίς ἐκδρομές μας ἀντιλαλοῦσαν τά βουνά καί τά λαγκάδια τοῦ χωριοῦ μου ἀπό τά τραγούδια πού μᾶς μάθαινε καί μιλοῦσαν γιά τόν Θεό, γιά τίς ὀμορφιές τῆς πατρίδας μας καί τήν ἔνδοξη ἱστορία της.
Τό ὀρεινό χωριό μου βρισκόταν πίσω ἀπό τόν κόσμο, νεκρωμένο. Κι ἦρθε ὁ ζωντανός αὐτός ἄνθρωπος, γεμάτος ἐνθουσιασμό καί χάρη καί τοῦ ἔδωσε ζωή. Μάζευε κάθε ἑβδομάδα ὅλες τίς γυναῖκες. Θυμᾶμαι πού ἡ μάνα μου ἐκείνη τή μέρα γυρνοῦσε νωρίς ἀπό τό χωράφι· ἔτρεχε ν᾿ ἀκούσει τήν καθηγήτριά μας πού θά ἀνέλυε θέματα παιδαγωγικά, ἠθικά καί πνευματικά. ᾿Αποτυπωμένη στό μυαλό μου μένει μέχρι σήμερα ἡ πρώτη γιορτή, πού ἑτοιμάσαμε πυρετωδῶς μέ τή δική της καθοδήγηση κι ἦταν ἀφιερωμένη στή μεγάλη Μάνα τοῦ κόσμου -τήν Παναγία- καί στίς μητέρες μας. Πόσο συγκινημένες ἦταν ὅλες οἱ μάνες μας, ὅταν στό τέλος τῆς γιορτῆς τραγουδώντας τρέξαμε στήν ἀγκαλιά τους νά τίς φιλήσουμε καί νά τίς προσφέρουμε λουλούδια εὐγνωμοσύνης κι ἀπό ἕνα συμβολικό δωράκι! Τί ζηλευτή στ᾿ ἀλήθεια ἐκείνη ἡ εἰκόνα! Γιά τά δεδομένα τοῦ χωριοῦ μου ὅλα αὐτά ἦταν μοναδικές στιγμές.
Βασάνιζε τό μυαλό της ἡ ἀνύσταχτη "εὐεργέτης" τοῦ χωριοῦ μου πῶς νά σβήσει ἀπό τούς συγχωριανούς μου τήν προκατάληψη πού εἶχαν γιά τήν αἱμοδοσία. Καί ἡ ἐφευρετικότητά της βρῆκε τρόπο νά τήν ἐξαλείψει. Κάλεσε στήν αἴθουσα τῆς κοινότητας ὅλο τό χωριό, γιά νά παρακολουθήσει μία γιορτή-ἀφιέρωμα στόν ἱδρυτή τοῦ ᾿Ερυθροῦ Σταυροῦ ᾿Ερρίκο Ντυνάν. Τήν ἐκδήλωση σφράγισε ἡ ὁμιλία ἑνός γιατροῦ, πού μᾶς ἐνημέρωσε γιά τή μετάγγιση αἵματος. Δέν θά ξεχάσω τή χαρά πού μέ πλημμύρισε, σάν εἶδα στό τέλος τῆς γιορτῆς νά σχηματίζεται μία σειρά ἀπό 70 αἱμοδότες μέ πρῶτο τόν κ. πρόεδρο. Χάρη στίς ἐμπνεύσεις, τίς πρωτοβουλίες καί τίς θυσίες τῆς καθηγήτριάς μου ἔζησα ἐμπειρίες πρωτόγνωρες, πού χαράχτηκαν στήν ἐφηβική μου καρδιά.
Πῶς νά λησμονήσω τόν θερμό ἀποχαιρετιστήριο λόγο της, τίς γεμάτες ἀγωνία συμβουλές της πρός ἐμᾶς τούς τελειόφοιτους, ὅταν μᾶς κατευόδωνε γιά τό ταξίδι τῆς ζωῆς! ᾿Ηχεῖ στ᾿ αὐτιά μου ἡ φωνή της· «Παιδιά μου, ὥς τώρα ἤσασταν ἀσφαλισμένοι στό λιμάνι. Σέ λίγο βγαίνετε στό πέλαγος τῆς ζωῆς κι ἀργότερα στόν ὠκεανό. Βάλτε, σᾶς παρακαλῶ, ἀγκωνάρι, θεμέλιο στή ζωή σας τόν Χριστό. ῎Ας ἔχετε πυξίδα στό μεγάλο σας ταξίδι τό δικό του νόμο. ῾Ο Θεός μας εἶναι ὁ μόνος πού δέν θά σᾶς διαψεύσει».
Μά, κυρία μου, συγκινηθήκατε;
- Τί νά σᾶς πῶ. Φοβερή σύμπτωση! Τό πρόσωπο γιά τό ὁποῖο μέ τόση ἀγάπη μιλούσατε, εἶναι ἡ μεγαλύτερή μου ἀδελφή.
- Πόσο θέλω νά τή συναντήσω, νά τῆς φιλήσω εὐγνώμονα τό χέρι καί νά τῆς πῶ πώς ἡ προσφορά της δέν πῆγε χαμένη! ῾Ο σπόρος της καρποφόρησε στή ζωή μου.
῎Ε, λοιπόν, γιά χάρη τῆς ἀδελφῆς σας θά σᾶς ἐξυπηρετήσω.
- Ξέρετε, σήμερα 30 ᾿Ιανουαρίου πού γιορτάζουμε τούς τρεῖς μεγάλους φωστῆρες τῆς οἰκουμένης, τόν Μ. Βασίλειο, τόν Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί τόν ᾿Ιωάννη τόν Χρυσόστομο, χωρίς νά τό καταλάβετε, κάνατε τήν καλύτερη γιορτή στήν ἀδελφή μου. Στ᾿ ἀλήθεια, πόσο στίς μέρες μας φτωχαίνουν τά σχολειά μας, ἀδικοῦνται τά παιδιά μας, γιατί ἀπό τίς ἕδρες ἀπουσιάζουν οἱ ἄρτιοι ἄνθρωποι ἤ εἶναι λίγες οἱ φλογερές ἐκεῖνες καρδιές, πού μεταγγίζουν στά τρυφερά βλαστάρια τά ἰδανικά τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος.
- Θερμά ἄς εὐχηθοῦμε, κυρία μου, -ἰδιαίτερα τέτοια μέρα πού γιορτάζουμε τούς προστάτες τῶν Γραμμάτων, τούς Τρεῖς ῾Ιεράρχες- νά πολλαπλασιαστοῦν οἱ χτίστες τοῦ αὔριο, οἱ χριστιανοί ἐκπαιδευτικοί, πού θά "ἱερουργήσουν" πραγματικά στό ναό τῆς τάξης, στό ναό τοῦ Γένους μας.
Μαρία Γούδα
Φιλόλογος-θεολόγος