Διήγημα

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΟ ΑΔΙΚΟ

῎Ημουν πολύ μικρός, σχεδόν βρέφος, ὅταν ἄκουσα νά μιλοῦν γιά τόν ῞Αγιο Βασίλη. Μόλις πού ἀμυδρά τό θυμᾶμαι, πού κάποιος εἶπε ὅτι στό γειτονικό μας σπίτι ὁ ῞Αγιος Βασίλης ἄφησε δῶρα. Κι ἀπό τότε κάθε βράδυ Πρωτοχρονιᾶς τόν περίμενα.
Δέν μπορεῖ, ἔλεγα, ἀφοῦ φτάνει ὥς τό γειτονικό σπίτι, κάποτε θά μπεῖ καί στό δικό μας. ῾Η μάνα μου μοῦ ἔλεγε ὅτι, ἐπειδή ἤμασταν τό τελευταῖο σπίτι στή γειτονιά καί ἀκόμα ἐπειδή ἤμασταν πολλοί, φαίνεται πώς δέν περίσσευαν δῶρα γιά μᾶς. Γιά νά μή μᾶς κακοκαρδίσει, λοιπόν, πού σ᾿ ἄλλους θά ἄφηνε δῶρο καί σ᾿ ἄλλους ὄχι, δέν ἔμπαινε καθόλου στό σπίτι μας.
Εἶχα ἀρχίσει πιά νά τό πιστεύω γιά τά καλά ὅτι ὁ καλός παππούλης δέν ἦταν καί τόσο καλός κι ὅτι -φοβόμουν βέβαια νά τό πῶ γιά ἕναν ἅγιο, ὅμως μέσα μου τό σκεφτόμουνα- ὁ ῞Αγιος Βασίλης ἦταν ἄδικος. Μιά μέρα εἶπα τίς σκέψεις μου στή μάνα μου καί κείνη δέν μοῦ εἶπε τίποτε, μοναχά δάκρυσε!
Εἶχα γίνει πιά μεγάλος, πήγαινα στήν πρώτη τάξη τοῦ Δημοτικοῦ καί κείνη τή χρονιά ἤμουν ἀποφασισμένος πιά νά λογαριαστῶ μέ τόν ἀγαπημένο μου ῞Αγιο πού ὅλο μέ καταφρονοῦσε.
᾿Εκείνη τήν παραμονή Πρωτοχρονιᾶς δέν ἔκανα στή μάνα μου οὔτε μιά ἐρώτηση κι οὔτε πού ἀνέφερα τό ὄνομα τοῦ ῾Αι-Βασίλη. Μπορεῖ καί νά μοῦ φαινόταν, ὅμως ἔνιωθα ὅτι ὅλοι στό σπίτι ἦταν πιό ξαλαφρωμένοι, γιατί κάθε χρόνο ἐκεῖνος πού ἔκανε λόγο μέ παράπονα γιά τόν ἅγιο ἤμουν ἐγώ. ῎Ισως νά τούς ἦταν καί μιά ἔκπληξη ἡ σιωπή μου, μά μπορεῖ καί νά τό πῆραν καί σάν παραδοχή ἀπ᾿ τήν πλευρά μου. Πάντως, τώρα πού τό θυμᾶμαι, ἦταν ὅλοι τους πιό ξένοιαστοι. Εἶδα τήν ἀνακούφιση στά μάτια τῆς μάνας μου ὅταν τήν καληνύχτισα δίχως γκρίνια καί δίχως καμιά ἀναφορά στό φλέγον θέμα. Εἶχα ρωτήσει ἕνα φίλο μου, πού πήγαινε σ᾿ αὐτόν ὁ ῞Αγιος Βασίλης, ποιά ὥρα περίπου πήγαινε κι αὐτός μοῦ εἶπε πώς δέν τόν εἶδε ποτέ, ὅμως ἔμαθε πώς στά σπίτια πάει μετά τά μεσάνυχτα, μέ τήν ἀλλαγή τοῦ χρόνου.  
Κάθισα λοιπόν στό κρεββάτι μου κουκουλωμένος περιμένοντας τά μεσάνυχτα. Ξαφνικά μέ ἔπιασε μιά ἀγωνία· ποῦ θά καταλάβω ὅτι εἶναι μεσάνυχτα; Ρολόι δέν εἶχα, μά καί νά εἶχα δέν ἤξερα τίς ὧρες. ῎Αλλη λύση δέν μοῦ ἔμενε. Ντύθηκα μέ ὅ,τι πιό ζεστό εἶχα καί βρέθηκα ἀπό τό παράθυρο στό δρόμο. Κουλουριάστηκα στή γωνιά ἀνάμεσα στό σπίτι μας καί στό σπίτι τοῦ γείτονα. Θά τοῦ ἔστηνα καρτέρι. ῎Οχι! ᾿Απόψε δέν θά τόν ἄφηνα νά φύγει δίχως νά λογαριαστοῦμε. ῾Ο ὕπνος ἐρχόταν νά μοῦ κλείσει τά βλέφαρα, μά ἀντιστεκόμουν μέ ὅλες μου τίς δυνάμεις. Τό κρύο ἄρχισε νά μοῦ μουδιάζει ἕνα-ἕνα ὅλα τά μέλη μου, ὅμως ἐγώ ἐκεῖ, κουλουριασμένος στή γωνία περίμενα καί... νά τος, νά τ᾿ ἄσπρα του γένεια... Κάτι κρατεῖ στά χέρια... Εἶναι τά δῶρα, τά δῶρα γιά μένα καί τ᾿ ἀδέλφια μου!... Μά πῶς κρύωνα!
῞Υστερα... ὕστερα θυμᾶμαι τή μάνα μου ἐπάνω μου σκυμμένη νά κλαίει κι ὕστερα κατάλαβα πώς βρισκόμουν στό κρεββάτι μου περιτριγυρισμένος ἀπό τ᾿ ἀδέλφια μου καί τούς γονεῖς μου. Τινάχτηκα ἀπό τόν πυρετό κι ἡ μάνα μου ἔσκυψε καί μέ φίλησε.
- Τόν εἶδα, τῆς εἶπα, εἶχε ἄσπρα μακριά γένεια, τόν εἶδα!...
῎Εμεινα μιά βδομάδα στό κρεββάτι μέ ψηλό πυρετό. ῞Ολη αὐτή τή βδομάδα, ὅλα τά παιδιά πού ἔμαθαν τήν περιπέτειά μου ἦρθαν νά μέ βροῦν φέρνοντας κι ἀπό ἕνα δῶρο. Στό τέλος τῆς βδομάδας τό δωμάτιό μου εἶχε τόσα δῶρα ὅσα δέν φαντάστηκα ποτέ μου.
῞Οταν πιά ἔγινα σχεδόν καλά ἦρθε στό δωμάτιό μου ὁ πατέρας. Μέ πῆρε στήν ἀγκαλιά του καί μέ φίλησε. Σπάνια μᾶς φιλοῦσε ὁ πατέρας κι ἐγώ ἔνιωσα εὐτυχισμένος στήν πατρική του ἐκδήλωση.
- Τώρα πιά μεγάλωσες, μοῦ εἶπε. Πρέπει νά ξέρεις ὅτι ὁ ῞Αγιος Βασίλης...
Μιλοῦσε ὁ πατέρας καί ᾿γώ ἄκουγα, ἄκουγα κι ἡ καρδούλα μου ξαλάφρωνε.
- ῎Ετσι, καλό μου παιδί, ἐπειδή ὁ πατέρας κι ἡ μανούλα εἶναι φτωχοί, δέν μπόρεσαν τόσα χρόνια νά σᾶς πάρουν δῶρα.
῎Αστραψαν τά μάτια μου κι ἔνιωσα πώς μοῦ ξανανέβηκε ὁ πυρετός.
- Μά... μά ἐγώ τόν εἶδα, εἶχε ἄσπρα μακριά γένεια καί...
- Σέ πιστεύω, παιδί μου, ὅμως αὐτός πού εἶδες νά σκύβει πάνω σου τή νύχτα τῆς Πρωτοχρονιᾶς ἦταν ὁ παπα-Λευτέρης πού πήγαινε στήν ἐκκλησιά γιά τόν ῎Ορθρο. Αὐτός σέ βρῆκε ἔξω ξεπαγιασμένο καί σέ ἔφερε στό σπίτι. ῾Ο ῞Αγιος Βασίλειος τόν ἔστειλε στή γειτονιά μας, γιά νά κόψει δρόμο γιά τή ἐκκλησιά, γιά νά σέ βρεῖ, γιατί ὁ ῞Αγιος Βασίλειος ἤξερε ὅτι τόν περίμενες.
Τό παιδικό μου τό μυαλό δέν μποροῦσε σίγουρα νά τά χωρέσει ὅλα τοῦτα. ῾Η παιδική μου ὅμως καρδούλα, πού βασανιζόταν μέ τόν ἄδικο ῾Αι-Βασίλη, ξαλάφρωσε. ῎Οχι! ῾Ο ῞Αγιος ἦταν ἅγιος καί ξαναπῆρε τήν παλιά του θέση μέσα μου.
Καί σήμερα, μεγάλος πιά καί σπουδαγμένος τά θεολογικά γράμματα, μελετώντας κάθε χρόνο τόν Βασίλειο, τόν Μέγα ῾Ιεράρχη, τόν στηλιτευτή τῆς ἀδικίας καί τόν προστάτη τῶν φτωχῶν, πονῶ καί ὑποφέρω σάν τότε πού ἤμουν μικρό παιδί, γιατί ὑπάρχουν καί σήμερα τόσα παιδιά πού δέν γνωρίζουν τό μεγαλεῖο τοῦ ῾Αγίου καί πού κάθε βράδυ Πρωτοχρονιᾶς ὁ σκανδαλισμός τρυπώνει ὥς τά τρίσβαθα τῆς καρδούλας τους γιά τίς ἀδικίες πού κάνει ὁ ἀγαπημένος τους ῞Αγιος, καί γιά τήν καταφρόνια πού δείχνει στά δικά τους τά σπιτικά.

Ε. Β.